Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Θαλασσογραφία



Καίγεται το σώμα σπαρταράει
μεταγγίζει στις φλέβες θέρμη φωτιάς
σώμα-θάλασσα αλμύρα γεύεται
κύτταρα μπαλώνουν δίχτυα σκισμένα
έρημο αίμα γυμνό ανταριάζεται
κλειδώνονται οι λέξεις στα δάχτυλα
ατόφια η αλήθεια σφραγίζεται
της νύχτας χαμηλώνει η στάθμη επικίνδυνα
μια παλίρροια να ‘ρθει περίμενα
ν’ ανθίσει δίθυρη ζωή παρθενική
άμπωτη ήρθε οστά απογυμνώνοντας
αχνά ψηλαφίζω ραϊσμένα όνειρα γυάλινα
θολές οπτασίες συνθέτω σε χρόνο λανθάνοντα
βραχώδεις στιγμές αμετάκλητες
απ’ του χρόνου περισώζω το ξέφτισμα







Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Ως νεκροί



Ζήσαμε κάποτε˙ κάποτε γελάσαμε
δώσαμε απερίσκεπτα όνειρα-υποσχέσεις
αμετανόητοι δικαζόμαστε γι’ αυτό
ένοχοι αμετάκλητα κρινόμαστε
μη αποδεχόμενοι το έγκλημα ποτέ
παρά της ποινής μονάχα την απόφαση
ως νεκροί στη σιωπή να πνιγόμαστε
να ζούμε μοναχοί στης ερημιάς τον τόπο
πίσω να κρυβόμαστε απ’ τα κλειστά μας παράθυρα
απ’ τ’ άδεια ποτήρια πίσω και τα νεκρά κρεβάτια
το ράμφος μας πουδράροντας ρούχα φορώντας χάρτινα
σε μια φαντασμάτων πόλη τους δρόμους περπατώντας
με μάτια αγριεμένα εναγωνίως να ψάχνουμε
μιαν ανεπαίσθητη του ήλιου ρωγμή








Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Το χέρι και η κόρη

Λύκοι ως νικητές στεφανηφόροι
επευφημούμενοι απ’ της αγέλης τα πλήθη
τα κοφτερά τους δόντια δείχνανε
σ’ ένα φεγγάρι φοβισμένο και χλωμό
σε τοίχο κάτασπρο ένα πουλάκι κόκκινο
του τεμαχίσματος μάθαινε την τέχνη
απ’ το παράθυρο εν μέσω της νυκτός μια κόρη
τα ποδοβολητά άκουγε των μανιασμένων ταύρων

έβλεπε η κόρη η ως ρόγα σταφυλιού ατρύγητη
στου δρόμου τη γωνιά να παραμονεύει ένα μάτι
μια κανάτα να χύνει κρασί στη μεγάλη λεωφόρο
ένα γραμμόφωνο στη μέση να περιστρέφει τον ήλιο
από μπροστά του να περνούνε τρεις διαβάτες
ρίχνοντας στον δίσκο τον τσίγκινο ό,τι προαιρούνταν
ο ένας διαβάτης περνά και ρίχνει ένα δάχτυλο
ο άλλος ρίχνει καρφιά σκουριασμένα
ο τελευταίος απ’ τους τρεις το τεχνητό του πόδι

λίγο μετά απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
χέρι έρημο πήδηξε στο δωμάτιο
την κόρη αγκάλιασε σφιχτά
και έτσι μαζί ξαπλώσανε σε ξέστρωτο κρεβάτι







Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Η εσταυρωμένη


Στο σπίτι της ανενόχλητα φώλιαζαν πουλιά προγονικά που είχαν τρία μάτια κι έφεραν δόντια χρυσά και μυτερά. Στο πάτωμα σ’ ένα παχύ στρώμα από σκόνη, ανάμεσα από φλιτζάνια και καθρέφτες σπασμένους, ερπετά γένναγαν τ’ αυγά τους. Στο ταβάνι, ως πολυέλαιοι, κρέμονταν από λεπτά σχοινιά ένας θίασος αυτοχείρων σκιών. Τα μεσημέρια του ήλιου οι ριπές φώτιζαν τους τοίχους, τους γεμάτους ακίδες που πάνω τους σφάγια αποκεφαλισμένα κρέμονταν. Τα βράδια πίσω απ’ τις καρέκλες, κάτω απ’ τα τραπέζια, σαρδόνια χαμογελώντας έπαιζαν κρυφτό ξυπόλητα τσακάλια.

Η γυναίκα με το θερισμένο σώμα και τα πορφυρά μάγουλα ζούσε στο σπίτι το στοιχειωμένο με μια κατάρα καρφωμένη στο στήθος. Μ’ ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό. Στα χέρια της κρατούσε κλαδάκια ματωμένα, πευκόφλουδες και σκίνα. Στο μοναχικό κρεβάτι ακίνητη ώρες πολλές παρέμενε. Με τα μαβιά της πόδια ανοιχτά, μετρώντας τα σάπια της μήτρας της έμβρυα.

Έφευγε απ’ το σπίτι σαν βράδιαζε. Ενδεδυμένη του πεζοδρομίου τον κτηνώδη χιτώνα. Στο πρόσωπο τοποθετώντας εκμαγείο έκφυλο από γύψο εύθραυστο φορώντας μπότες ψηλές κι απαστράπτουσες, αψεγάδιαστα δικτυωτά καλσόν και όνειρα σκισμένα στο λιμάνι βιαστικά κατέβαινε. Φτηνά τσιγάρα καπνίζοντας, στη βρεγμένη προβλήτα πάνω-κάτω βημάτιζε τα καράβια περιμένοντας να πιάσουνε στεριά. Έναντι μιας αμοιβής ευτελούς, προσέφερε το σώμα της το θερισμένο βορά σε σκουλήκια σαρκοβόρα.