Γράφουμε ίσως επειδή φοβόμαστε να πεθάνουμε, ή ίσως επειδή θέλουμε να προκαλέσουμε τον θάνατο, ή ίσως επειδή θέλουμε να επιστρέψουμε στη μήτρα της μητέρας μας. Μπορούν να είναι πολλοί οι λόγοι. Κυρίως όμως, επειδή η ζωή δεν μας αρκεί.

Αντόνιο Ταμπούκι





Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ο Αντώνης



Με μάτια φλεγόμενα στου κρεβατιού στην άκρη καθότανε, ακούγοντας την εγκατάλειψη τους τοίχους να βαράει. Σιδηρόδρομος τα τσιγάρα που κάπνιζε, το στόμα του γραμμή τεθλασμένη. Ύστερα όρθιος σηκώνονταν, πάνω-κάτω στο δωμάτιο βημάτιζε, από στόμα και μύτη τουλούπες φύσαγε καπνού. Πάνε χρόνοι πολλοί που ένα σμήνος πουλιών κούρνιαζε στου κεφαλιού την αρένα. Το σπίτι του γεμάτο καπνούς, μουγκανητά, ουρλιαχτά σειρήνων τεράστιων, σαλπίσματα πόνου γυμνού. Στο σπίτι πόρτες, παράθυρα πάντα κλειστά. Μέσα από λάβα και στάχτη πέρασε η ζωή του.

Σαν έφτασε ασθμαίνοντας η νύχτα, ξαφνικά κι αναπάντεχα κύματα στο δωμάτιο έσκασαν από παντού. Ναυάγια παλιά, καρχαρίες αιμοβόροι, τρομακτικά σαρκοβόρα φυτά, βράχοι τεράστιοι και σκιεροί στο κατόπι τον παίρνουν. Αγωνιώδεις οδύσσειες, ματαιώσεις λυτρωτικές, ονείρων μαυσωλεία, ψήγματα ανάσας βαριάς όλα καταβροχθίζονται στην κυκλώπεια των κυμάτων δίνη. Άπνοια. Τρόμος. Απόγνωση. Έξοδος κινδύνου πουθενά. Σερνάµενα χαράγματα κι από φόβο ολάκερο το σπίτι τρίζει.

Το πρωί ήρεμος πια ο Αντώνης, μ' ένα χαμόγελο αχνισμένο, των πουλιών το σμήνος αποχαιρετά. Λιποταχτώντας απ' του πόνου τη μεραρχία, πήδηξε απ’ του σπιτιού τη στέγη προς την εύμορφη την ερημιά.




  




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Η συγκατοίκηση



Απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο στο σπίτι μπήκε, αυτοστιγμεί δικαίωμα απέκτησε χρησικτησίας. Με τον καιρό εκούσια έγινε αυτή η συγκατοίκηση. Το γέρικο φίδι το σοφό, το γεννημένο από σπέρμα θεών και δαιμόνων που των ανθρώπων το πεπρωμένο ορίζουν, μαζί της καθότανε ως συνδαιτυμόνας αλλόκοτος μα ωστόσο γι’ αυτήν απολύτως ευπρόσδεκτος, μοσκοβολούσαν ευγνωμοσύνη τα πιάτα στο τραπέζι.

Το φίδι το σοφό και γέρικο δάγκωνε την ουρά του, λύκους και πρόβατα και μήλα αμάσητα κατάπινε, με λύδιες λίθους έπαιζε και μνήμες, μιας θημωνιάς μακρινής άκουγε το ύστατο τραγούδι, μιας καρτερίας υπόλευκης θέριζε τους στρογγυλούς καρπούς. Εκείνη, η εκ φωτός υπέρλαμπου στεφανωμένη κόρη, αναστηλωμένα έβλεπε οράματα ακριβά, σβόλους από χώμα εύφορο στα δάχτυλά της έτριβε, με το ξυράφι της ακόνιζε της ειμαρμένης τα μολύβια, στα δύο το φεγγάρι έκοβε μ’ ατσάλινο μαχαίρι, το ένα του μισό λαίμαργα το κατάπινε, τ’ άλλο του μισό στην άκρη του τραπεζιού τ’ άφηνε για προσφάι.   

Εκείνες της συγκατοίκησης τις μέρες στα ρολόγια του κόσμου ανορθόδοξα κυλούσανε οι ώρες, κλαγγή καπνών σκέπαζε τις στέγες των σπιτιών, τους δρόμους τους βρώμικους ξέπλενε μια δυνατή σέπαλων βροχή.